αντιμυκητιασικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιμυκητιασικός η αντιμυκητιασική το αντιμυκητιασικό
      γενική του αντιμυκητιασικού της αντιμυκητιασικής του αντιμυκητιασικού
    αιτιατική τον αντιμυκητιασικό την αντιμυκητιασική το αντιμυκητιασικό
     κλητική αντιμυκητιασικέ αντιμυκητιασική αντιμυκητιασικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιμυκητιασικοί οι αντιμυκητιασικές τα αντιμυκητιασικά
      γενική των αντιμυκητιασικών των αντιμυκητιασικών των αντιμυκητιασικών
    αιτιατική τους αντιμυκητιασικούς τις αντιμυκητιασικές τα αντιμυκητιασικά
     κλητική αντιμυκητιασικοί αντιμυκητιασικές αντιμυκητιασικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αντιμυκητιασικός < αντί + μυκητίαση (< μύκητας) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκισαιτηκυμιτνα

αντιμυκητιασικός, -ή, -ό

  1. αυτός που χρησιμεύει στην καταπολέμηση των μυκήτων
    το αντιμυκητιασικό φάρμακο ή σκεύασμα, η αντιμυκητιασική θεραπεία, ο αντιμυκητιασικός πάτος των παπουτσιών

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκισαιτηκυμιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά