αντιπροπαρασκευή
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αντιπροπαρασκευή < αντι- + προπαρασκευή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) counterpreparation)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηυεκσαραπορπιτνα
αντιπροπαρασκευή θηλυκό
- (στρατιωτικός όρος)Κατηγορία:Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά) προσχεδιασμένη επίθεση εναντίον εχθρού που προετοιμάζεται για επίθεση
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις παρασκευάζω και σκεύος
Μεταφράσεις
αντιπροπαρασκευή
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)