αντροκρατούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αντροκρατούμαι < άντρας + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κρατούμαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμυοταρκορτνα
αντροκρατούμαι
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις ανδροκρατία, άνδρας και κρατώ
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
αντροκρατούμαι
|