αξιωματούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αξιωματούχος οι αξιωματούχοι
      γενική του/της αξιωματούχου των αξιωματούχων
    αιτιατική τον/την αξιωματούχο τους/τις αξιωματούχους
     κλητική αξιωματούχε αξιωματούχοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αξιωματούχος < αξίωμα αξιωματ- + -ούχοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά). Δείτε και αρχαία ελληνική ἀξίωμα (< έχω)

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ksi.o.maˈtu.xos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αξιωματούχος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοταμωιξα

αξιωματούχος αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

  1. βαθμούχος
  2. οφικιάλιος
  3. βαθμοφόρος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοταμωιξα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)