αορτοστεφανιαίος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αορτοστεφανιαίος η αορτοστεφανιαία το αορτοστεφανιαίο
      γενική του αορτοστεφανιαίου της αορτοστεφανιαίας του αορτοστεφανιαίου
    αιτιατική τον αορτοστεφανιαίο την αορτοστεφανιαία το αορτοστεφανιαίο
     κλητική αορτοστεφανιαίε αορτοστεφανιαία αορτοστεφανιαίο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αορτοστεφανιαίοι οι αορτοστεφανιαίες τα αορτοστεφανιαία
      γενική των αορτοστεφανιαίων των αορτοστεφανιαίων των αορτοστεφανιαίων
    αιτιατική τους αορτοστεφανιαίους τις αορτοστεφανιαίες τα αορτοστεφανιαία
     κλητική αορτοστεφανιαίοι αορτοστεφανιαίες αορτοστεφανιαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αορτοστεφανιαίος < αορτή + -ο- + στεφανιαίος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) aortocoronary)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοιαιναφετσοτροα

αορτοστεφανιαίος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοιαιναφετσοτροα
Κατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)