απαρατήρητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απαρατήρητος η απαρατήρητη το απαρατήρητο
      γενική του απαρατήρητου της απαρατήρητης του απαρατήρητου
    αιτιατική τον απαρατήρητο την απαρατήρητη το απαρατήρητο
     κλητική απαρατήρητε απαρατήρητη απαρατήρητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απαρατήρητοι οι απαρατήρητες τα απαρατήρητα
      γενική των απαρατήρητων των απαρατήρητων των απαρατήρητων
    αιτιατική τους απαρατήρητους τις απαρατήρητες τα απαρατήρητα
     κλητική απαρατήρητοι απαρατήρητες απαρατήρητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

απαρατήρητος < α-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) + παρατηρώ + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηρηταραπα

απαρατήρητος -η -ο

  1. που δεν τον έχει δει κανείς, δεν τον έχει παρατηρήσει
  2. που δεν τον προσέχει κανείς, δεν του δίνει σημασία
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)
    μια τέτοια γυναίκα δεν περνάει απαρατήρητη

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτηρηταραπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά