απεντομωτήριο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απεντομωτήριο τα απεντομωτήρια
      γενική του απεντομωτηρίου
& απεντομωτήριου
των απεντομωτηρίων
    αιτιατική το απεντομωτήριο τα απεντομωτήρια
     κλητική απεντομωτήριο απεντομωτήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

απεντομωτήριο < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητωμοτνεπα

απεντομωτήριο ουδέτερο

  1. ο χώρος, συνήθως κτίριο, όπου γινόταν έλεγχος και καθαρισμός του πληθυσμού ανεπιθύμητων εντόμων σε τρόφιμα, έπιπλα. Οι χώροι ήταν κυρίως σε λιμάνια, τελωνεία, ταχυδρομικά γραφεία κτλ.

Συγγενικά

  1. απεντόμωση Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιρητωμοτνεπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)