αποθεματικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποθεματικός η αποθεματική το αποθεματικό
      γενική του αποθεματικού της αποθεματικής του αποθεματικού
    αιτιατική τον αποθεματικό την αποθεματική το αποθεματικό
     κλητική αποθεματικέ αποθεματική αποθεματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποθεματικοί οι αποθεματικές τα αποθεματικά
      γενική των αποθεματικών των αποθεματικών των αποθεματικών
    αιτιατική τους αποθεματικούς τις αποθεματικές τα αποθεματικά
     κλητική αποθεματικοί αποθεματικές αποθεματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποθεματικός < απόθεμα + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταμεθοπα

αποθεματικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το απόθεμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή φυλάγεται ως απόθεμα
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αποθεματικό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταμεθοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά