αποκλιμακώνομαι

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

αποκλιμακώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αποκλιμακώνω

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμονωκαμιλκοπα

αποκλιμακώνομαι

  1. (στο τρίτο πρόσωπο, για αφηρημένα ουσιαστικά) μειώνεται ή χαλαρώνει η ένταση που είχε σχετικά πρόσφατα κορυφωθεί, που είχε προηγουμένως κλιμακωθεί, κατεβαίνει η βαθμίδα όξυνσης μιας κατάστασης
    Οι απειλές για άτακτη χρεωκοπία αποκλιμακώθηκαν όταν οι Ιρλανδοί δέχτηκαν να υποστούν και άλλα μέτρα λιτότητας
    Η αντιπαράθεση αποκλιμακώθηκε όταν κάποιος ξαφνικά είπε ένα ανέκδοτο

Αντώνυμα

Συγγενικά

Κλίση

Κατηγορία:Ρήματα σε -ώνομαι

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμονωκαμιλκοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα σε -ώνομαι Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)