αποκωδικοποιητής
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αποκωδικοποιητής < αποκωδικοποιώ + -τής
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηιοποκιδωκοπα
αποκωδικοποιητής αρσενικό
- το σύστημα, το μηχάνημα ή η συσκευή που αποκωδικοποιεί