απολυτήριο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | απολυτήριο | τα | απολυτήρια |
| γενική | του | απολυτήριου & απολυτηρίου |
των | απολυτήριων & απολυτηρίων |
| αιτιατική | το | απολυτήριο | τα | απολυτήρια |
| κλητική | απολυτήριο | απολυτήρια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- απολυτήριο < ουδέτερο του απολυτήριος < απολύω + -τήριος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητυλοπα
απολυτήριο ουδέτερο
- επίσημο αποδεικτικό κανονικής εκπλήρωσης και ολοκλήρωσης κάποιων υποχρεώσεων (σχολείου, σπουδών, στρατιωτικής θητείας κ.λπ.)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
απολυτήριο