αποπνευματώνω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωνωταμυενποπα
αποπνευματώνω
- μειώνω ή αφαιρώ την πνευματικότητα ή την πνευματική υπόσταση, ενισχύοντας την υλική
Συγγενικά
- αποπνευμάτωση
- → δείτε τις λέξεις από, πνεύμα και πνέω
Δείτε επίσης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αποπνευματώνω | αποπνευμάτωνα | θα αποπνευματώνω | να αποπνευματώνω | αποπνευματώνοντας | |
| β' ενικ. | αποπνευματώνεις | αποπνευμάτωνες | θα αποπνευματώνεις | να αποπνευματώνεις | αποπνευμάτωνε | |
| γ' ενικ. | αποπνευματώνει | αποπνευμάτωνε | θα αποπνευματώνει | να αποπνευματώνει | ||
| α' πληθ. | αποπνευματώνουμε | αποπνευματώναμε | θα αποπνευματώνουμε | να αποπνευματώνουμε | ||
| β' πληθ. | αποπνευματώνετε | αποπνευματώνατε | θα αποπνευματώνετε | να αποπνευματώνετε | αποπνευματώνετε | |
| γ' πληθ. | αποπνευματώνουν(ε) | αποπνευμάτωναν αποπνευματώναν(ε) |
θα αποπνευματώνουν(ε) | να αποπνευματώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αποπνευμάτωσα | θα αποπνευματώσω | να αποπνευματώσω | αποπνευματώσει | ||
| β' ενικ. | αποπνευμάτωσες | θα αποπνευματώσεις | να αποπνευματώσεις | αποπνευμάτωσε | ||
| γ' ενικ. | αποπνευμάτωσε | θα αποπνευματώσει | να αποπνευματώσει | |||
| α' πληθ. | αποπνευματώσαμε | θα αποπνευματώσουμε | να αποπνευματώσουμε | |||
| β' πληθ. | αποπνευματώσατε | θα αποπνευματώσετε | να αποπνευματώσετε | αποπνευματώστε | ||
| γ' πληθ. | αποπνευμάτωσαν αποπνευματώσαν(ε) |
θα αποπνευματώσουν(ε) | να αποπνευματώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αποπνευματώσει | είχα αποπνευματώσει | θα έχω αποπνευματώσει | να έχω αποπνευματώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αποπνευματώσει | είχες αποπνευματώσει | θα έχεις αποπνευματώσει | να έχεις αποπνευματώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αποπνευματώσει | είχε αποπνευματώσει | θα έχει αποπνευματώσει | να έχει αποπνευματώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αποπνευματώσει | είχαμε αποπνευματώσει | θα έχουμε αποπνευματώσει | να έχουμε αποπνευματώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αποπνευματώσει | είχατε αποπνευματώσει | θα έχετε αποπνευματώσει | να έχετε αποπνευματώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αποπνευματώσει | είχαν αποπνευματώσει | θα έχουν αποπνευματώσει | να έχουν αποπνευματώσει |
| |
Μεταφράσεις
αποπνευματώνω
|
|