αποποινικοποίηση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποποινικοποίηση οι αποποινικοποιήσεις
      γενική της αποποινικοποίησης* των αποποινικοποιήσεων
    αιτιατική την αποποινικοποίηση τις αποποινικοποιήσεις
     κλητική αποποινικοποίηση αποποινικοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποποινικοποιήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποποινικοποίηση < απο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά) + ποινικοποιώ

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποκινιοποπα

αποποινικοποίηση θηλυκό

  1. η μη επιβολή ποινής, ή η μείωσή της, για πράξεις που ωστόσο δεν παύουν να θεωρούνται αδικήματα
  2. (καταχρηστικά) το να παύει να είναι μια πράξη αδίκημα όπως πριν

Αντώνυμα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησηιοποκινιοποπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)