αποσειριακοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αποσειριακοποίηση | οι | αποσειριακοποιήσεις |
| γενική | της | αποσειριακοποίησης | των | αποσειριακοποιήσεων |
| αιτιατική | την | αποσειριακοποίηση | τις | αποσειριακοποιήσεις |
| κλητική | αποσειριακοποίηση | αποσειριακοποιήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποκαιριεσοπα
αποσειριακοποίηση θηλυκό