αποφευκτικός

Δείτε επίσης: αποφευκτέος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποφευκτικος η αποφευκτικα το αποφευκτικο
      γενική του αποφευκτικου της αποφευκτικας του αποφευκτικου
    αιτιατική τον αποφευκτικο την αποφευκτικα το αποφευκτικο
     κλητική αποφευκτικε αποφευκτικα αποφευκτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποφευκτικοι οι αποφευκτικες τα αποφευκτικα
      γενική των αποφευκτικων των αποφευκτικων των αποφευκτικων
    αιτιατική τους αποφευκτικους τις αποφευκτικες τα αποφευκτικα
     κλητική αποφευκτικοι αποφευκτικες αποφευκτικα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποφευκτικός < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἀποφευκτικός < ἀποφεύγω < ἀπό + φεύγω

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκυεφοπα

αποφευκτικός

  1. (ψυχολογία)Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά) που αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης
  2. (σπάνιο)Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) που αποσκοπεί στην αποτροπή ενός ενδεχόμενου κινδύνου ή πράξης, λειτουργώντας προληπτικά ή αποτρεπτικά

Αντώνυμα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)