αποφευκτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκυεφοπα
αποφευκτικός
- (ψυχολογία)Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά) που αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης
- (σπάνιο)Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) που αποσκοπεί στην αποτροπή ενός ενδεχόμενου κινδύνου ή πράξης, λειτουργώντας προληπτικά ή αποτρεπτικά
Αντώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αποφευκτικός
|
|
Πηγές
- αποφευκτικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ἀποφευκτικός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτκυεφοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)