αποφρακτήρας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αποφρακτήρας < (καθαρεύουσα) αποφρακτήρ < αποφράσσω
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρητκαρφοπα
αποφρακτήρας αρσενικό
- (εργαλείο)Κατηγορία:Εργαλεία (νέα ελληνικά) συσκευή που χρησιμοποιείται για αποφράξεις