αποϊδεολογικοποίηση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποϊδεολογικοποίηση οι αποϊδεολογικοποιήσεις
      γενική της αποϊδεολογικοποίησης* των αποϊδεολογικοποιήσεων
    αιτιατική την αποϊδεολογικοποίηση τις αποϊδεολογικοποιήσεις
     κλητική αποϊδεολογικοποίηση αποϊδεολογικοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποϊδεολογικοποιήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αποϊδεολογικοποίηση < αποϊδεολογικοποιώ + -σηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποκιγολοεδιοπα

αποϊδεολογικοποίηση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησηιοποκιγολοεδιοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)