αποϊδεολογικοποιώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωιοποκιγολοεδιοπα
αποϊδεολογικοποιώ (παθητική φωνή: αποϊδεολογικοποιούμαι)
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) παρουσιάζω ή διαχειρίζομαι κάτι με τρόπο ουδέτερο, αποσπώντας το από κάθε ιδεολογικό ή πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο
Αντώνυμα
Συγγενικά
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αποϊδεολογικοποιώ | αποϊδεολογικοποιούσα | θα αποϊδεολογικοποιώ | να αποϊδεολογικοποιώ | αποϊδεολογικοποιώντας | |
| β' ενικ. | αποϊδεολογικοποιείς | αποϊδεολογικοποιούσες | θα αποϊδεολογικοποιείς | να αποϊδεολογικοποιείς | (αποϊδεολογικοποίει) | |
| γ' ενικ. | αποϊδεολογικοποιεί | αποϊδεολογικοποιούσε | θα αποϊδεολογικοποιεί | να αποϊδεολογικοποιεί | ||
| α' πληθ. | αποϊδεολογικοποιούμε | αποϊδεολογικοποιούσαμε | θα αποϊδεολογικοποιούμε | να αποϊδεολογικοποιούμε | ||
| β' πληθ. | αποϊδεολογικοποιείτε | αποϊδεολογικοποιούσατε | θα αποϊδεολογικοποιείτε | να αποϊδεολογικοποιείτε | αποϊδεολογικοποιείτε | |
| γ' πληθ. | αποϊδεολογικοποιούν(ε) | αποϊδεολογικοποιούσαν(ε) | θα αποϊδεολογικοποιούν(ε) | να αποϊδεολογικοποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αποϊδεολογικοποίησα | θα αποϊδεολογικοποιήσω | να αποϊδεολογικοποιήσω | αποϊδεολογικοποιήσει | ||
| β' ενικ. | αποϊδεολογικοποίησες | θα αποϊδεολογικοποιήσεις | να αποϊδεολογικοποιήσεις | αποϊδεολογικοποίησε | ||
| γ' ενικ. | αποϊδεολογικοποίησε | θα αποϊδεολογικοποιήσει | να αποϊδεολογικοποιήσει | |||
| α' πληθ. | αποϊδεολογικοποιήσαμε | θα αποϊδεολογικοποιήσουμε | να αποϊδεολογικοποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | αποϊδεολογικοποιήσατε | θα αποϊδεολογικοποιήσετε | να αποϊδεολογικοποιήσετε | αποϊδεολογικοποιήστε | ||
| γ' πληθ. | αποϊδεολογικοποίησαν αποϊδεολογικοποιήσαν(ε) |
θα αποϊδεολογικοποιήσουν(ε) | να αποϊδεολογικοποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αποϊδεολογικοποιήσει | είχα αποϊδεολογικοποιήσει | θα έχω αποϊδεολογικοποιήσει | να έχω αποϊδεολογικοποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αποϊδεολογικοποιήσει | είχες αποϊδεολογικοποιήσει | θα έχεις αποϊδεολογικοποιήσει | να έχεις αποϊδεολογικοποιήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αποϊδεολογικοποιήσει | είχε αποϊδεολογικοποιήσει | θα έχει αποϊδεολογικοποιήσει | να έχει αποϊδεολογικοποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αποϊδεολογικοποιήσει | είχαμε αποϊδεολογικοποιήσει | θα έχουμε αποϊδεολογικοποιήσει | να έχουμε αποϊδεολογικοποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αποϊδεολογικοποιήσει | είχατε αποϊδεολογικοποιήσει | θα έχετε αποϊδεολογικοποιήσει | να έχετε αποϊδεολογικοποιήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αποϊδεολογικοποιήσει | είχαν αποϊδεολογικοποιήσει | θα έχουν αποϊδεολογικοποιήσει | να έχουν αποϊδεολογικοποιήσει |
| |
Μεταφράσεις
αποϊδεολογικοποιώ
Πηγές
- αποϊδεολογικοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αποϊδεολογικοποιώ - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωιοποκιγολοεδιοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)