απόκειται
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- απόκειται < απόκειμαι < αρχαία ελληνική ἀπόκειμαι
Προφορά
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιατιεκοπα
απόκειται (αποθετικό ρήμα)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά), (απρόσωπο, μόνο στον ενεστώτα)
- εξαρτάται από την απόφαση κάποιου, είναι στην κρίση κάποιου
Συνώνυμα
Σύνθετα
Μεταφράσεις
απόκειται