αραχνοφοβικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αραχνοφοβικός η αραχνοφοβική το αραχνοφοβικό
      γενική του αραχνοφοβικού της αραχνοφοβικής του αραχνοφοβικού
    αιτιατική τον αραχνοφοβικό την αραχνοφοβική το αραχνοφοβικό
     κλητική αραχνοφοβικέ αραχνοφοβική αραχνοφοβικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αραχνοφοβικοί οι αραχνοφοβικές τα αραχνοφοβικά
      γενική των αραχνοφοβικών των αραχνοφοβικών των αραχνοφοβικών
    αιτιατική τους αραχνοφοβικούς τις αραχνοφοβικές τα αραχνοφοβικά
     κλητική αραχνοφοβικοί αραχνοφοβικές αραχνοφοβικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αραχνοφοβικός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιβοφονχαρα

αραχνοφοβικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιβοφονχαρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ψυχιατρική (νέα ελληνικά)