αρθροκλόπος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αρθροκλόπος οι αρθροκλόποι
      γενική του/της αρθροκλόπου των αρθροκλόπων
    αιτιατική τον/την αρθροκλόπο τους/τις αρθροκλόπους
     κλητική αρθροκλόπε αρθροκλόποι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αρθροκλόπος < άρθρο + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -κλόποςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κλόπος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοπολκορθρα

αρθροκλόπος αρσενικό ή θηλυκό

Πηγές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοπολκορθρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κλόπος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)