αριθμητική πράξη
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αριθμητική πράξη < → δείτε τις λέξεις αριθμητικός και πράξη < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) arithmetic operation
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηξαρπηκιτημθιρα
αριθμητική πράξη
- (αριθμητική)Κατηγορία:Αριθμητική (νέα ελληνικά) μία από τις τέσσερις βασικές (δυαδικές) πράξεις στην αριθμητική, συγκεκριμένα η πρόσθεση (+), η αφαίρεση (−), ο πολλαπλασιασμός (×) και η διαίρεση (÷)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αριθμητική πράξη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αριθμητική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)