αρκουδοπούρναρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αρκουδοπούρναρο τα αρκουδοπούρναρα
      γενική του αρκουδοπούρναρου των αρκουδοπούρναρων
    αιτιατική το αρκουδοπούρναρο τα αρκουδοπούρναρα
     κλητική αρκουδοπούρναρο αρκουδοπούρναρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αρκουδοπούρναρο < αρκούδ(α) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + πουρνάρ(ι) + -ο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορανρυοποδυοκρα

αρκουδοπούρναρο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορανρυοποδυοκρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά)