αρκουδοτόμαρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αρκουδοτόμαρο τα αρκουδοτόμαρα
      γενική του αρκουδοτόμαρου των αρκουδοτόμαρων
    αιτιατική το αρκουδοτόμαρο τα αρκουδοτόμαρα
     κλητική αρκουδοτόμαρο αρκουδοτόμαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
αρκουδοτόμαρο μπροστά σε καυσόξυλα

Ετυμολογία

αρκουδοτόμαρο < αρκούδα + τομάρι  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οραμοτοδυοκρα

αρκουδοτόμαρο ουδέτερο

  • το τομάρι ή το δέρμα τής αρκούδας

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οραμοτοδυοκρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)