αρτοζαχαροπλαστείο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αρτοζαχαροπλαστείο < άρτος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ζαχαροπλαστείο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιετσαλποραχαζοτρα
αρτοζαχαροπλαστείο ουδέτερο
- κατάστημα που συνδυάζει την παραγωγή και πώληση ψωμιού, γλυκισμάτων και συναφών ειδών καθημερινής διατροφής
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αρτοζαχαροπλαστείο
|
|