αρχαιοβοτανική
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αρχαιοβοτανική | ||
| γενική | της | αρχαιοβοτανικής | ||
| αιτιατική | την | αρχαιοβοτανική | ||
| κλητική | αρχαιοβοτανική | |||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- αρχαιοβοτανική < αρχαιο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αρχαιο- (νέα ελληνικά) + βοτανική
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκινατοβοιαχρα
αρχαιοβοτανική θηλυκό, μόνο στον ενικό
- (βοτανική)Κατηγορία:Βοτανική (νέα ελληνικά) κλάδος και συνδυασμός της αρχαιολογίας και της βιολογίας, που ασχολείται με την έρευνα των φυτικών καταλοίπων (φρούτων, σπόρων, καρπών, φυτών, ξύλων, γύρης κ.ά.) που εντοπίζονται σε ανασκαφές χώρων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος
Μεταφράσεις
αρχαιοβοτανική
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βοτανική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αρχαιο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' στον ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά στον ενικό (νέα ελληνικά)