αρχαιοζωολογία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολοωζοιαχρα
αρχαιοζωολογία θηλυκό
- (αρχαιολογίαΚατηγορία:Αρχαιολογία (νέα ελληνικά), ζωολογίαΚατηγορία:Ζωολογία (νέα ελληνικά)) η επιστήμη που μελετά τα κατάλοιπα ζώων από αρχαιολογικές θέσεις, προκειμένου να κατανοήσει τη σχέση ανθρώπου και ζώου στο παρελθόν, π.χ. τις διατροφικές συνήθειες, την οικόσιτη εκτροφή ή τις τελετουργικές χρήσεις
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη αρχαιοζωολόγος
Μεταφράσεις
αρχαιοζωολογία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ζωολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αρχαιο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)