αρχαιολατρία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρταλοιαχρα
αρχαιολατρία θηλυκό
- η εκτίμηση της αρχαιότητας, του πολιτισμού και των επιτευγμάτων των αρχαίων σε βαθμό υπερβολικό
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η συγκρότηση του Γερμανικού Ράιχ θα σημάνει μια ύφεση της αρχαιολατρίας. Τα αιτήματα που κυριαρχούν στη γερμανική εκπαίδευση ως αντιφάρμακα στην πανθομολογούμενη «καθυστέρηση του έθνους» είναι ο εκγερμανισμός, ο εκμοντερνισμός, ο τεχνολογισμός. (Βασίλειος Π. Μπερτουδάκης, Για την αιώνια πληγή που υπάρχει. Γέννηση και θάνατος της τραγωδίας», Νέα Εστία, τεύχος 1902, Σεπτ. 2025, σελ. 341)
Συγγενικά
- αρχαιολάτρης
- αρχαιολατρικά
- αρχαιολατρικός
- αρχαιολάτρισσα
- → δείτε τις λέξεις αρχαίος και λατρεύω
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
αρχαιολατρία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)