αρχαιολόγος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αρχαιολόγος οι αρχαιολόγοι
      γενική του/της αρχαιολόγου των αρχαιολόγων
    αιτιατική τον/την αρχαιολόγο τους/τις αρχαιολόγους
     κλητική αρχαιολόγε αρχαιολόγοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Αρχαιολόγος παρατηρεί κολόνα στην αρχαία Μεσσήνη, 2015
Αρχαιολόγος ανασκάπτει αγγείο, Έσσεξ, Ηνωμένο Βασίλειο, 2023

Ετυμολογία

αρχαιολόγος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /aɾ.çe.oˈlo.ɣos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογολοιαχρα

αρχαιολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σογολοιαχρα Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -λόγος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -λόγος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)