αρχαιομαθής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αρχαιομαθής η αρχαιομαθής το αρχαιομαθές
      γενική του αρχαιομαθούς* της αρχαιομαθούς του αρχαιομαθούς
    αιτιατική τον αρχαιομαθή την αρχαιομαθή το αρχαιομαθές
     κλητική αρχαιομαθή(ς) αρχαιομαθής αρχαιομαθές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αρχαιομαθείς οι αρχαιομαθείς τα αρχαιομαθή
      γενική των αρχαιομαθών των αρχαιομαθών των αρχαιομαθών
    αιτιατική τους αρχαιομαθείς τις αρχαιομαθείς τα αρχαιομαθή
     κλητική αρχαιομαθείς αρχαιομαθείς αρχαιομαθή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αρχαιομαθής < αρχαίος + μανθάνω

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηθαμοιαχρα

αρχαιομαθής, -ής, -ές

  • ο γνώστης τής αρχαιότητας ή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας
    ρώτα τον ό,τι θέλεις για την αρχαιότητα, είναι πολύ αρχαιομαθής

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηθαμοιαχρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά