αρχαιοπρέπεια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρχαιοπρέπεια οι αρχαιοπρέπειες
      γενική της αρχαιοπρέπειας των αρχαιοπρεπειών
    αιτιατική την αρχαιοπρέπεια τις αρχαιοπρέπειες
     κλητική αρχαιοπρέπεια αρχαιοπρέπειες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αρχαιοπρέπεια < αρχαιοπρεπής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεπερποιαχρα

αρχαιοπρέπεια θηλυκό

  • η μίμηση αρχαίων προτύπων

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεπερποιαχρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)