ασημοκαπλαντισμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ασημοκαπλαντισμένος < ασήμι + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + καπλαντισμένος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιτναλπακομησα
ασημοκαπλαντισμένος
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις ασήμι και καπλαντίζω
Μεταφράσεις
ασημοκαπλαντισμένος
|
|