ασπροποταμίτικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασπροποταμίτικος η ασπροποταμίτικη το ασπροποταμίτικο
      γενική του ασπροποταμίτικου της ασπροποταμίτικης του ασπροποταμίτικου
    αιτιατική τον ασπροποταμίτικο την ασπροποταμίτικη το ασπροποταμίτικο
     κλητική ασπροποταμίτικε ασπροποταμίτικη ασπροποταμίτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασπροποταμίτικοι οι ασπροποταμίτικες τα ασπροποταμίτικα
      γενική των ασπροποταμίτικων των ασπροποταμίτικων των ασπροποταμίτικων
    αιτιατική τους ασπροποταμίτικους τις ασπροποταμίτικες τα ασπροποταμίτικα
     κλητική ασπροποταμίτικοι ασπροποταμίτικες ασπροποταμίτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ασπροποταμίτικος < Ασπροποταμίτης + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) < Ασπροπόταμος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτιματοπορπσα

ασπροποταμίτικος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτιματοπορπσα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά