αστυνομικό τμήμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αστυνομικό τμήμα τα αστυνομικά τμήματα
      γενική του αστυνομικού τμήματος των αστυνομικών τμημάτων
    αιτιατική το αστυνομικό τμήμα τα αστυνομικά τμήματα
     κλητική αστυνομικό τμήμα αστυνομικά τμήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αστυνομικό τμήμα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) police department.

Προφορά

ΔΦΑ : /a.sti.no.miˈko ˈtmi.ma/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αστυνομικό τμήμα

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμημτοκιμονυτσα

αστυνομικό τμήμα ουδέτερο

  1. υπηρεσία της αστυνομίας με δικαιοδοσία σε ορισμένη περιοχή
    παράδειγμα Υπηρετεί εδώ και δύο χρόνια στο Β' αστυνομικό τμήμα.
  2. (κατ’ επέκταση) τα γραφεία ή το αρχηγείο στέγασης μιας τοπικής αστυνομικής δύναμης
    παράδειγμα Ο δράστης συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα.

Άλλες μορφές

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)