αστυνομικό τμήμα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αστυνομικό τμήμα | τα | αστυνομικά τμήματα |
| γενική | του | αστυνομικού τμήματος | των | αστυνομικών τμημάτων |
| αιτιατική | το | αστυνομικό τμήμα | τα | αστυνομικά τμήματα |
| κλητική | αστυνομικό τμήμα | αστυνομικά τμήματα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.sti.no.miˈko ˈtmi.ma/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐στυ‐νο‐μι‐κό τμή‐μα
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμημτοκιμονυτσα
αστυνομικό τμήμα ουδέτερο
- υπηρεσία της αστυνομίας με δικαιοδοσία σε ορισμένη περιοχή
Υπηρετεί εδώ και δύο χρόνια στο Β' αστυνομικό τμήμα.
- (κατ’ επέκταση) τα γραφεία ή το αρχηγείο στέγασης μιας τοπικής αστυνομικής δύναμης
Ο δράστης συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα.
Άλλες μορφές
- τμήμα (προφορικό)
- ΑΤ (αρκτικόλεξο)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αστυνομικό τμήμα
|
Πηγές
- αστυνομικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αστυνομικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αμημτοκιμονυτσα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)