ατρομοκράτητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ατρομοκράτητος η ατρομοκράτητη το ατρομοκράτητο
      γενική του ατρομοκράτητου της ατρομοκράτητης του ατρομοκράτητου
    αιτιατική τον ατρομοκράτητο την ατρομοκράτητη το ατρομοκράτητο
     κλητική ατρομοκράτητε ατρομοκράτητη ατρομοκράτητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ατρομοκράτητοι οι ατρομοκράτητες τα ατρομοκράτητα
      γενική των ατρομοκράτητων των ατρομοκράτητων των ατρομοκράτητων
    αιτιατική τους ατρομοκράτητους τις ατρομοκράτητες τα ατρομοκράτητα
     κλητική ατρομοκράτητοι ατρομοκράτητες ατρομοκράτητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ατρομοκράτητος < α-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) + τρομοκρατώ + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηταρκομορτα

ατρομοκράτητος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτηταρκομορτα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά