αυστραλογεννημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυστραλογεννημένος η αυστραλογεννημένη το αυστραλογεννημένο
      γενική του αυστραλογεννημένου της αυστραλογεννημένης του αυστραλογεννημένου
    αιτιατική τον αυστραλογεννημένο την αυστραλογεννημένη το αυστραλογεννημένο
     κλητική αυστραλογεννημένε αυστραλογεννημένη αυστραλογεννημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυστραλογεννημένοι οι αυστραλογεννημένες τα αυστραλογεννημένα
      γενική των αυστραλογεννημένων των αυστραλογεννημένων των αυστραλογεννημένων
    αιτιατική τους αυστραλογεννημένους τις αυστραλογεννημένες τα αυστραλογεννημένα
     κλητική αυστραλογεννημένοι αυστραλογεννημένες αυστραλογεννημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυστραλογεννημένος < Αυστραλία + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + γεννημένος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηννεγολαρτσυα

αυστραλογεννημένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηννεγολαρτσυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά