αυτασφαλίζομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτασφαλίζομαι < αυτ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτ- (νέα ελληνικά) + ασφαλίζομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζιλαφσατυα
αυτασφαλίζομαι
- ασφαλίζω τον εαυτό μου καταβάλλοντας προσωπικά τις εισφορές χωρίς μεσολάβηση εργοδότη
Άλλες μορφές
Συγγενικά
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτασφαλίζομαι | αυτασφαλιζόμουν(α) | θα αυτασφαλίζομαι | να αυτασφαλίζομαι | ||
| β' ενικ. | αυτασφαλίζεσαι | αυτασφαλιζόσουν(α) | θα αυτασφαλίζεσαι | να αυτασφαλίζεσαι | (αυτασφαλίζου) | |
| γ' ενικ. | αυτασφαλίζεται | αυτασφαλιζόταν(ε) | θα αυτασφαλίζεται | να αυτασφαλίζεται | ||
| α' πληθ. | αυτασφαλιζόμαστε | αυτασφαλιζόμαστε αυτασφαλιζόμασταν |
θα αυτασφαλιζόμαστε | να αυτασφαλιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτασφαλίζεστε | αυτασφαλιζόσαστε αυτασφαλιζόσασταν |
θα αυτασφαλίζεστε | να αυτασφαλίζεστε | (αυτασφαλίζεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτασφαλίζονται | αυτασφαλίζονταν αυτασφαλιζόντουσαν |
θα αυτασφαλίζονται | να αυτασφαλίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτασφαλίστηκα | θα αυτασφαλιστώ | να αυτασφαλιστώ | αυτασφαλιστεί | ||
| β' ενικ. | αυτασφαλίστηκες | θα αυτασφαλιστείς | να αυτασφαλιστείς | αυτασφαλίσου | ||
| γ' ενικ. | αυτασφαλίστηκε | θα αυτασφαλιστεί | να αυτασφαλιστεί | |||
| α' πληθ. | αυτασφαλιστήκαμε | θα αυτασφαλιστούμε | να αυτασφαλιστούμε | |||
| β' πληθ. | αυτασφαλιστήκατε | θα αυτασφαλιστείτε | να αυτασφαλιστείτε | αυτασφαλιστείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτασφαλίστηκαν αυτασφαλιστήκαν(ε) |
θα αυτασφαλιστούν(ε) | να αυτασφαλιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτασφαλιστεί | είχα αυτασφαλιστεί | θα έχω αυτασφαλιστεί | να έχω αυτασφαλιστεί | αυτασφαλισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτασφαλιστεί | είχες αυτασφαλιστεί | θα έχεις αυτασφαλιστεί | να έχεις αυτασφαλιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτασφαλιστεί | είχε αυτασφαλιστεί | θα έχει αυτασφαλιστεί | να έχει αυτασφαλιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτασφαλιστεί | είχαμε αυτασφαλιστεί | θα έχουμε αυτασφαλιστεί | να έχουμε αυτασφαλιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτασφαλιστεί | είχατε αυτασφαλιστεί | θα έχετε αυτασφαλιστεί | να έχετε αυτασφαλιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτασφαλιστεί | είχαν αυτασφαλιστεί | θα έχουν αυτασφαλιστεί | να έχουν αυτασφαλιστεί | ||
Μεταφράσεις
αυτασφαλίζομαι
|
|