αυτοακυρώνομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοακυρώνομαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + ακυρώνομαι
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.fto.a.ciˈɾo.no.me/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐το‐α‐κυ‐ρώ‐νο‐μαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμονωρυκαοτυα
αυτοακυρώνομαι
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) παύω, ακούσια ή εκούσια, να διατηρώ την ισχύ ή το κύρος μου, εξουδετερώνοντας ο ίδιος το αποτέλεσμα των ενεργειών ή των λόγων μου
Συνώνυμα
Συγγενικά
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοακυρώνομαι | αυτοακυρωνόμουν(α) | θα αυτοακυρώνομαι | να αυτοακυρώνομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοακυρώνεσαι | αυτοακυρωνόσουν(α) | θα αυτοακυρώνεσαι | να αυτοακυρώνεσαι | (αυτοακυρώνου) | |
| γ' ενικ. | αυτοακυρώνεται | αυτοακυρωνόταν(ε) | θα αυτοακυρώνεται | να αυτοακυρώνεται | ||
| α' πληθ. | αυτοακυρωνόμαστε | αυτοακυρωνόμαστε αυτοακυρωνόμασταν |
θα αυτοακυρωνόμαστε | να αυτοακυρωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοακυρώνεστε | αυτοακυρωνόσαστε αυτοακυρωνόσασταν |
θα αυτοακυρώνεστε | να αυτοακυρώνεστε | (αυτοακυρώνεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοακυρώνονται | αυτοακυρώνονταν αυτοακυρωνόντουσαν |
θα αυτοακυρώνονται | να αυτοακυρώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοακυρώθηκα | θα αυτοακυρωθώ | να αυτοακυρωθώ | αυτοακυρωθεί | ||
| β' ενικ. | αυτοακυρώθηκες | θα αυτοακυρωθείς | να αυτοακυρωθείς | αυτοακυρώσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοακυρώθηκε | θα αυτοακυρωθεί | να αυτοακυρωθεί | |||
| α' πληθ. | αυτοακυρωθήκαμε | θα αυτοακυρωθούμε | να αυτοακυρωθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοακυρωθήκατε | θα αυτοακυρωθείτε | να αυτοακυρωθείτε | αυτοακυρωθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοακυρώθηκαν αυτοακυρωθήκαν(ε) |
θα αυτοακυρωθούν(ε) | να αυτοακυρωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοακυρωθεί | είχα αυτοακυρωθεί | θα έχω αυτοακυρωθεί | να έχω αυτοακυρωθεί | αυτοακυρωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοακυρωθεί | είχες αυτοακυρωθεί | θα έχεις αυτοακυρωθεί | να έχεις αυτοακυρωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοακυρωθεί | είχε αυτοακυρωθεί | θα έχει αυτοακυρωθεί | να έχει αυτοακυρωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοακυρωθεί | είχαμε αυτοακυρωθεί | θα έχουμε αυτοακυρωθεί | να έχουμε αυτοακυρωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοακυρωθεί | είχατε αυτοακυρωθεί | θα έχετε αυτοακυρωθεί | να έχετε αυτοακυρωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοακυρωθεί | είχαν αυτοακυρωθεί | θα έχουν αυτοακυρωθεί | να έχουν αυτοακυρωθεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοακυρώνομαι
|
|
Πηγές
- αυτοακυρώνομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμονωρυκαοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)