αυτοαμύνομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοαμύνομαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + αμύνομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμονυμαοτυα
αυτοαμύνομαι
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοαμύνομαι | αυτοαμυνόμουν(α) | θα αυτοαμύνομαι | να αυτοαμύνομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοαμύνεσαι | αυτοαμυνόσουν(α) | θα αυτοαμύνεσαι | να αυτοαμύνεσαι | (αυτοαμύνου) | |
| γ' ενικ. | αυτοαμύνεται | αυτοαμυνόταν(ε) | θα αυτοαμύνεται | να αυτοαμύνεται | ||
| α' πληθ. | αυτοαμυνόμαστε | αυτοαμυνόμαστε αυτοαμυνόμασταν |
θα αυτοαμυνόμαστε | να αυτοαμυνόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοαμύνεστε | αυτοαμυνόσαστε αυτοαμυνόσασταν |
θα αυτοαμύνεστε | να αυτοαμύνεστε | (αυτοαμύνεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοαμύνονται | αυτοαμύνονταν αυτοαμυνόντουσαν |
θα αυτοαμύνονται | να αυτοαμύνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοαμύνθηκα | θα αυτοαμυνθώ | να αυτοαμυνθώ | αυτοαμυνθεί | ||
| β' ενικ. | αυτοαμύνθηκες | θα αυτοαμυνθείς | να αυτοαμυνθείς | αυτοαμύνσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοαμύνθηκε | θα αυτοαμυνθεί | να αυτοαμυνθεί | |||
| α' πληθ. | αυτοαμυνθήκαμε | θα αυτοαμυνθούμε | να αυτοαμυνθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοαμυνθήκατε | θα αυτοαμυνθείτε | να αυτοαμυνθείτε | αυτοαμυνθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοαμύνθηκαν αυτοαμυνθήκαν(ε) |
θα αυτοαμυνθούν(ε) | να αυτοαμυνθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοαμυνθεί | είχα αυτοαμυνθεί | θα έχω αυτοαμυνθεί | να έχω αυτοαμυνθεί | ||
| β' ενικ. | έχεις αυτοαμυνθεί | είχες αυτοαμυνθεί | θα έχεις αυτοαμυνθεί | να έχεις αυτοαμυνθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοαμυνθεί | είχε αυτοαμυνθεί | θα έχει αυτοαμυνθεί | να έχει αυτοαμυνθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοαμυνθεί | είχαμε αυτοαμυνθεί | θα έχουμε αυτοαμυνθεί | να έχουμε αυτοαμυνθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοαμυνθεί | είχατε αυτοαμυνθεί | θα έχετε αυτοαμυνθεί | να έχετε αυτοαμυνθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοαμυνθεί | είχαν αυτοαμυνθεί | θα έχουν αυτοαμυνθεί | να έχουν αυτοαμυνθεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοαμύνομαι
|
|