αυτοαντίληψη
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοαντίληψη | οι | αυτοαντιλήψεις |
| γενική | της | αυτοαντίληψης* | των | αυτοαντιλήψεων |
| αιτιατική | την | αυτοαντίληψη | τις | αυτοαντιλήψεις |
| κλητική | αυτοαντίληψη | αυτοαντιλήψεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοαντιλήψεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηψηλιτναοτυα
αυτοαντίληψη θηλυκό
- (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) (ψυχολογία)Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά) η αντίληψη που έχει κάποιος για τον εαυτό του
Άλλες μορφές
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αυτοαντίληψη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)