αυτογελοιοποιούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτογελοιοποιούμαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + γελοιοποιούμαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμυοιοποιολεγοτυα
αυτογελοιοποιούμαι
- ενεργώ ή εκφράζομαι με τρόπο που μειώνει το κύρος μου και προκαλεί χλευασμό ή περιφρόνηση προς το ίδιο μου το πρόσωπο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Αν απαντούσε με αυτοπεποίθηση πως ήξερε ότι η ίδια αποτελούσε τον μεγάλο του έρωτα, κινδύνευε να αυτογελοιοποιηθεί, σε περίπτωση που της το διέψευδε (Πέλα Σουλτάτου, Ανκόρ, εκδ. Καστανιώτη, 2015)
Συγγενικά
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτογελοιοποιούμαι | αυτογελοιοποιούμουν | θα αυτογελοιοποιούμαι | να αυτογελοιοποιούμαι | ||
| β' ενικ. | αυτογελοιοποιείσαι | αυτογελοιοποιούσουν | θα αυτογελοιοποιείσαι | να αυτογελοιοποιείσαι | ||
| γ' ενικ. | αυτογελοιοποιείται | αυτογελοιοποιούνταν | θα αυτογελοιοποιείται | να αυτογελοιοποιείται | ||
| α' πληθ. | αυτογελοιοποιούμαστε | αυτογελοιοποιούμασταν αυτογελοιοποιούμαστε |
θα αυτογελοιοποιούμαστε | να αυτογελοιοποιούμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτογελοιοποιείστε | αυτογελοιοποιούσασταν αυτογελοιοποιούσαστε |
θα αυτογελοιοποιείστε | να αυτογελοιοποιείστε | αυτογελοιοποιείστε | |
| γ' πληθ. | αυτογελοιοποιούνται | αυτογελοιοποιούνταν | θα αυτογελοιοποιούνται | να αυτογελοιοποιούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτογελοιοποιήθηκα | θα αυτογελοιοποιηθώ | να αυτογελοιοποιηθώ | αυτογελοιοποιηθεί | ||
| β' ενικ. | αυτογελοιοποιήθηκες | θα αυτογελοιοποιηθείς | να αυτογελοιοποιηθείς | αυτογελοιοποιήσου | ||
| γ' ενικ. | αυτογελοιοποιήθηκε | θα αυτογελοιοποιηθεί | να αυτογελοιοποιηθεί | |||
| α' πληθ. | αυτογελοιοποιηθήκαμε | θα αυτογελοιοποιηθούμε | να αυτογελοιοποιηθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτογελοιοποιηθήκατε | θα αυτογελοιοποιηθείτε | να αυτογελοιοποιηθείτε | αυτογελοιοποιηθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτογελοιοποιήθηκαν αυτογελοιοποιηθήκαν(ε) |
θα αυτογελοιοποιηθούν(ε) | να αυτογελοιοποιηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτογελοιοποιηθεί | είχα αυτογελοιοποιηθεί | θα έχω αυτογελοιοποιηθεί | να έχω αυτογελοιοποιηθεί | αυτογελοιοποιημένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτογελοιοποιηθεί | είχες αυτογελοιοποιηθεί | θα έχεις αυτογελοιοποιηθεί | να έχεις αυτογελοιοποιηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτογελοιοποιηθεί | είχε αυτογελοιοποιηθεί | θα έχει αυτογελοιοποιηθεί | να έχει αυτογελοιοποιηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτογελοιοποιηθεί | είχαμε αυτογελοιοποιηθεί | θα έχουμε αυτογελοιοποιηθεί | να έχουμε αυτογελοιοποιηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτογελοιοποιηθεί | είχατε αυτογελοιοποιηθεί | θα έχετε αυτογελοιοποιηθεί | να έχετε αυτογελοιοποιηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτογελοιοποιηθεί | είχαν αυτογελοιοποιηθεί | θα έχουν αυτογελοιοποιηθεί | να έχουν αυτογελοιοποιηθεί | ||
Μεταφράσεις
αυτογελοιοποιούμαι
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)