αυτοδιασύρομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοδιασύρομαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + διασύρομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμορυσαιδοτυα
αυτοδιασύρομαι (αποθετικό)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- (σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά), λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)) διασύρω τον ίδιο μου τον εαυτό, τον ντροπιάζω
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοδιασύρομαι | αυτοδιασυρόμουν(α) | θα αυτοδιασύρομαι | να αυτοδιασύρομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοδιασύρεσαι | αυτοδιασυρόσουν(α) | θα αυτοδιασύρεσαι | να αυτοδιασύρεσαι | (αυτοδιασύρου) | |
| γ' ενικ. | αυτοδιασύρεται | αυτοδιασυρόταν(ε) | θα αυτοδιασύρεται | να αυτοδιασύρεται | ||
| α' πληθ. | αυτοδιασυρόμαστε | αυτοδιασυρόμαστε αυτοδιασυρόμασταν |
θα αυτοδιασυρόμαστε | να αυτοδιασυρόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοδιασύρεστε | αυτοδιασυρόσαστε αυτοδιασυρόσασταν |
θα αυτοδιασύρεστε | να αυτοδιασύρεστε | (αυτοδιασύρεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοδιασύρονται | αυτοδιασύρονταν αυτοδιασυρόντουσαν |
θα αυτοδιασύρονται | να αυτοδιασύρονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοδιασύστηκα | θα αυτοδιασυστώ | να αυτοδιασυστώ | αυτοδιασυστεί | ||
| β' ενικ. | αυτοδιασύστηκες | θα αυτοδιασυστείς | να αυτοδιασυστείς | αυτοδιασύσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοδιασύστηκε | θα αυτοδιασυστεί | να αυτοδιασυστεί | |||
| α' πληθ. | αυτοδιασυστήκαμε | θα αυτοδιασυστούμε | να αυτοδιασυστούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοδιασυστήκατε | θα αυτοδιασυστείτε | να αυτοδιασυστείτε | αυτοδιασυστείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοδιασύστηκαν αυτοδιασυστήκαν(ε) |
θα αυτοδιασυστούν(ε) | να αυτοδιασυστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοδιασυστεί | είχα αυτοδιασυστεί | θα έχω αυτοδιασυστεί | να έχω αυτοδιασυστεί | αυτοδιασυσμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοδιασυστεί | είχες αυτοδιασυστεί | θα έχεις αυτοδιασυστεί | να έχεις αυτοδιασυστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοδιασυστεί | είχε αυτοδιασυστεί | θα έχει αυτοδιασυστεί | να έχει αυτοδιασυστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοδιασυστεί | είχαμε αυτοδιασυστεί | θα έχουμε αυτοδιασυστεί | να έχουμε αυτοδιασυστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοδιασυστεί | είχατε αυτοδιασυστεί | θα έχετε αυτοδιασυστεί | να έχετε αυτοδιασυστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοδιασυστεί | είχαν αυτοδιασυστεί | θα έχουν αυτοδιασυστεί | να έχουν αυτοδιασυστεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοδιασύρομαι
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)