αυτοδιπλασιάζομαι
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αυτοδιπλασιάζομαι < αυτο- + διπλασιάζομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζαισαλπιδοτυα
αυτοδιπλασιάζομαι αρσενικό
Συγγενικά
- αυτοδιπλασιασμός
- → δείτε τις λέξεις αυτός, διπλός και δύο
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοδιπλασιάζομαι | αυτοδιπλασιαζόμουν(α) | θα αυτοδιπλασιάζομαι | να αυτοδιπλασιάζομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοδιπλασιάζεσαι | αυτοδιπλασιαζόσουν(α) | θα αυτοδιπλασιάζεσαι | να αυτοδιπλασιάζεσαι | (αυτοδιπλασιάζου) | |
| γ' ενικ. | αυτοδιπλασιάζεται | αυτοδιπλασιαζόταν(ε) | θα αυτοδιπλασιάζεται | να αυτοδιπλασιάζεται | ||
| α' πληθ. | αυτοδιπλασιαζόμαστε | αυτοδιπλασιαζόμαστε αυτοδιπλασιαζόμασταν |
θα αυτοδιπλασιαζόμαστε | να αυτοδιπλασιαζόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοδιπλασιάζεστε | αυτοδιπλασιαζόσαστε αυτοδιπλασιαζόσασταν |
θα αυτοδιπλασιάζεστε | να αυτοδιπλασιάζεστε | (αυτοδιπλασιάζεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοδιπλασιάζονται | αυτοδιπλασιάζονταν αυτοδιπλασιαζόντουσαν |
θα αυτοδιπλασιάζονται | να αυτοδιπλασιάζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοδιπλασιάστηκα | θα αυτοδιπλασιαστώ | να αυτοδιπλασιαστώ | αυτοδιπλασιαστεί | ||
| β' ενικ. | αυτοδιπλασιάστηκες | θα αυτοδιπλασιαστείς | να αυτοδιπλασιαστείς | αυτοδιπλασιάσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοδιπλασιάστηκε | θα αυτοδιπλασιαστεί | να αυτοδιπλασιαστεί | |||
| α' πληθ. | αυτοδιπλασιαστήκαμε | θα αυτοδιπλασιαστούμε | να αυτοδιπλασιαστούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοδιπλασιαστήκατε | θα αυτοδιπλασιαστείτε | να αυτοδιπλασιαστείτε | αυτοδιπλασιαστείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοδιπλασιάστηκαν αυτοδιπλασιαστήκαν(ε) |
θα αυτοδιπλασιαστούν(ε) | να αυτοδιπλασιαστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοδιπλασιαστεί | είχα αυτοδιπλασιαστεί | θα έχω αυτοδιπλασιαστεί | να έχω αυτοδιπλασιαστεί | αυτοδιπλασιασμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοδιπλασιαστεί | είχες αυτοδιπλασιαστεί | θα έχεις αυτοδιπλασιαστεί | να έχεις αυτοδιπλασιαστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοδιπλασιαστεί | είχε αυτοδιπλασιαστεί | θα έχει αυτοδιπλασιαστεί | να έχει αυτοδιπλασιαστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοδιπλασιαστεί | είχαμε αυτοδιπλασιαστεί | θα έχουμε αυτοδιπλασιαστεί | να έχουμε αυτοδιπλασιαστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοδιπλασιαστεί | είχατε αυτοδιπλασιαστεί | θα έχετε αυτοδιπλασιαστεί | να έχετε αυτοδιπλασιαστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοδιπλασιαστεί | είχαν αυτοδιπλασιαστεί | θα έχουν αυτοδιπλασιαστεί | να έχουν αυτοδιπλασιαστεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοδιπλασιάζομαι
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)