αυτοεκπαίδευση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοεκπαίδευση | οι | αυτοεκπαιδεύσεις |
| γενική | της | αυτοεκπαίδευσης* | των | αυτοεκπαιδεύσεων |
| αιτιατική | την | αυτοεκπαίδευση | τις | αυτοεκπαιδεύσεις |
| κλητική | αυτοεκπαίδευση | αυτοεκπαιδεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοεκπαιδεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησυεδιαπκεοτυα
αυτοεκπαίδευση θηλυκό
- (εκπαίδευση)Κατηγορία:Εκπαίδευση (νέα ελληνικά) διαδικασία απόκτησης γνώσεων ή δεξιοτήτων με προσωπική πρωτοβουλία και χωρίς συστηματική καθοδήγηση από άλλους
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αυτοεκπαίδευση
Πηγές
- αυτοεκπαίδευση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησυεδιαπκεοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Εκπαίδευση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)