αυτοεκπλήρωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοεκπλήρωση | οι | αυτοεκπληρώσεις |
| γενική | της | αυτοεκπλήρωσης* | των | αυτοεκπληρώσεων |
| αιτιατική | την | αυτοεκπλήρωση | τις | αυτοεκπληρώσεις |
| κλητική | αυτοεκπλήρωση | αυτοεκπληρώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοεκπληρώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωρηλπκεοτυα
αυτοεκπλήρωση θηλυκό
- (ψυχολογία)Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά) επίτευξη προσωπικών στόχων και ανάπτυξη του ατόμου έως την πλήρη αξιοποίηση των ικανοτήτων και επιθυμιών του
Συνώνυμα
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αυτοεκπλήρωση
Αναφορές
- ↑ αυτοεκπλήρωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)