αυτοεξυπηρέτηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοεξυπηρέτηση | οι | αυτοεξυπηρετήσεις |
| γενική | της | αυτοεξυπηρέτησης | των | αυτοεξυπηρετήσεων |
| αιτιατική | την | αυτοεξυπηρέτηση | τις | αυτοεξυπηρετήσεις |
| κλητική | αυτοεξυπηρέτηση | αυτοεξυπηρετήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησητερηπυξεοτυα
αυτοεξυπηρέτηση θηλυκό
- η ικανότητα ή η ενέργεια της εξυπηρέτησης ενός ατόμου από τον ίδιο του τον εαυτό κι όχι από άλλους
- η εξυπηρέτηση ενός ατόμου στην αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών που γίνεται από το ίδιο το άτομο κι όχι από υπαλλήλους της επιχείρησης
Συγγενικά
- αυτοεξυπηρετούμαι
- → δείτε τις λέξεις αυτός, εξυπηρετώ, υπηρέτης και ερέτης
Μεταφράσεις
αυτοεξυπηρέτηση
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)