αυτοεπιβεβαιώνομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοεπιβεβαιώνομαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + επιβεβαιώνομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμονωιαβεβιπεοτυα
αυτοεπιβεβαιώνομαι
- εκδηλώνω στάσεις ή ενεργώ με σκοπό να πείσω τον εαυτό μου ή τους άλλους για την αξία και τη σημασία μου
- για κάτι που αποδεικνύεται αληθινό ή πραγματοποιείται από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική απόδειξη ή παρέμβαση
Αντώνυμα
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοεπιβεβαιώνομαι | αυτοεπιβεβαιωνόμουν(α) | θα αυτοεπιβεβαιώνομαι | να αυτοεπιβεβαιώνομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοεπιβεβαιώνεσαι | αυτοεπιβεβαιωνόσουν(α) | θα αυτοεπιβεβαιώνεσαι | να αυτοεπιβεβαιώνεσαι | (αυτοεπιβεβαιώνου) | |
| γ' ενικ. | αυτοεπιβεβαιώνεται | αυτοεπιβεβαιωνόταν(ε) | θα αυτοεπιβεβαιώνεται | να αυτοεπιβεβαιώνεται | ||
| α' πληθ. | αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | αυτοεπιβεβαιωνόμαστε αυτοεπιβεβαιωνόμασταν |
θα αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | να αυτοεπιβεβαιωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοεπιβεβαιώνεστε | αυτοεπιβεβαιωνόσαστε αυτοεπιβεβαιωνόσασταν |
θα αυτοεπιβεβαιώνεστε | να αυτοεπιβεβαιώνεστε | (αυτοεπιβεβαιώνεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοεπιβεβαιώνονται | αυτοεπιβεβαιώνονταν αυτοεπιβεβαιωνόντουσαν |
θα αυτοεπιβεβαιώνονται | να αυτοεπιβεβαιώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοεπιβεβαιώθηκα | θα αυτοεπιβεβαιωθώ | να αυτοεπιβεβαιωθώ | αυτοεπιβεβαιωθεί | ||
| β' ενικ. | αυτοεπιβεβαιώθηκες | θα αυτοεπιβεβαιωθείς | να αυτοεπιβεβαιωθείς | αυτοεπιβεβαιώσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοεπιβεβαιώθηκε | θα αυτοεπιβεβαιωθεί | να αυτοεπιβεβαιωθεί | |||
| α' πληθ. | αυτοεπιβεβαιωθήκαμε | θα αυτοεπιβεβαιωθούμε | να αυτοεπιβεβαιωθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοεπιβεβαιωθήκατε | θα αυτοεπιβεβαιωθείτε | να αυτοεπιβεβαιωθείτε | αυτοεπιβεβαιωθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοεπιβεβαιώθηκαν αυτοεπιβεβαιωθήκαν(ε) |
θα αυτοεπιβεβαιωθούν(ε) | να αυτοεπιβεβαιωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοεπιβεβαιωθεί | είχα αυτοεπιβεβαιωθεί | θα έχω αυτοεπιβεβαιωθεί | να έχω αυτοεπιβεβαιωθεί | αυτοεπιβεβαιωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοεπιβεβαιωθεί | είχες αυτοεπιβεβαιωθεί | θα έχεις αυτοεπιβεβαιωθεί | να έχεις αυτοεπιβεβαιωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοεπιβεβαιωθεί | είχε αυτοεπιβεβαιωθεί | θα έχει αυτοεπιβεβαιωθεί | να έχει αυτοεπιβεβαιωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοεπιβεβαιωθεί | είχαμε αυτοεπιβεβαιωθεί | θα έχουμε αυτοεπιβεβαιωθεί | να έχουμε αυτοεπιβεβαιωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοεπιβεβαιωθεί | είχατε αυτοεπιβεβαιωθεί | θα έχετε αυτοεπιβεβαιωθεί | να έχετε αυτοεπιβεβαιωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοεπιβεβαιωθεί | είχαν αυτοεπιβεβαιωθεί | θα έχουν αυτοεπιβεβαιωθεί | να έχουν αυτοεπιβεβαιωθεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοεπιβεβαιώνομαι
|
|