αυτοεπιβεβαιώνομαι

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

αυτοεπιβεβαιώνομαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + επιβεβαιώνομαι

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμονωιαβεβιπεοτυα

αυτοεπιβεβαιώνομαι

  1. εκδηλώνω στάσεις ή ενεργώ με σκοπό να πείσω τον εαυτό μου ή τους άλλους για την αξία και τη σημασία μου
  2. για κάτι που αποδεικνύεται αληθινό ή πραγματοποιείται από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική απόδειξη ή παρέμβαση

Αντώνυμα

Κλίση

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμονωιαβεβιπεοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)