αυτοκαθαιρούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοκαθαιρούμαι < αυτο- + καθαιρούμαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμυοριαθακοτυα
αυτοκαθαιρούμαι
- καθαιρούμαι από μόνος μου
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοκαθαιρούμαι | αυτοκαθαιρούμουν | θα αυτοκαθαιρούμαι | να αυτοκαθαιρούμαι | αυτοκαθαιρούμενος | |
| β' ενικ. | αυτοκαθαιρείσαι | αυτοκαθαιρούσουν | θα αυτοκαθαιρείσαι | να αυτοκαθαιρείσαι | ||
| γ' ενικ. | αυτοκαθαιρείται | αυτοκαθαιρούνταν | θα αυτοκαθαιρείται | να αυτοκαθαιρείται | ||
| α' πληθ. | αυτοκαθαιρούμαστε | αυτοκαθαιρούμασταν αυτοκαθαιρούμαστε |
θα αυτοκαθαιρούμαστε | να αυτοκαθαιρούμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοκαθαιρείστε | αυτοκαθαιρούσασταν αυτοκαθαιρούσαστε |
θα αυτοκαθαιρείστε | να αυτοκαθαιρείστε | αυτοκαθαιρείστε | |
| γ' πληθ. | αυτοκαθαιρούνται | αυτοκαθαιρούνταν | θα αυτοκαθαιρούνται | να αυτοκαθαιρούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοκαθαιρέθηκα | θα αυτοκαθαιρεθώ | να αυτοκαθαιρεθώ | αυτοκαθαιρεθεί | ||
| β' ενικ. | αυτοκαθαιρέθηκες | θα αυτοκαθαιρεθείς | να αυτοκαθαιρεθείς | αυτοκαθαιρέσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοκαθαιρέθηκε | θα αυτοκαθαιρεθεί | να αυτοκαθαιρεθεί | |||
| α' πληθ. | αυτοκαθαιρεθήκαμε | θα αυτοκαθαιρεθούμε | να αυτοκαθαιρεθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοκαθαιρεθήκατε | θα αυτοκαθαιρεθείτε | να αυτοκαθαιρεθείτε | αυτοκαθαιρεθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοκαθαιρέθηκαν αυτοκαθαιρεθήκαν(ε) |
θα αυτοκαθαιρεθούν(ε) | να αυτοκαθαιρεθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοκαθαιρεθεί | είχα αυτοκαθαιρεθεί | θα έχω αυτοκαθαιρεθεί | να έχω αυτοκαθαιρεθεί | αυτοκαθαιρεμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοκαθαιρεθεί | είχες αυτοκαθαιρεθεί | θα έχεις αυτοκαθαιρεθεί | να έχεις αυτοκαθαιρεθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοκαθαιρεθεί | είχε αυτοκαθαιρεθεί | θα έχει αυτοκαθαιρεθεί | να έχει αυτοκαθαιρεθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοκαθαιρεθεί | είχαμε αυτοκαθαιρεθεί | θα έχουμε αυτοκαθαιρεθεί | να έχουμε αυτοκαθαιρεθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοκαθαιρεθεί | είχατε αυτοκαθαιρεθεί | θα έχετε αυτοκαθαιρεθεί | να έχετε αυτοκαθαιρεθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοκαθαιρεθεί | είχαν αυτοκαθαιρεθεί | θα έχουν αυτοκαθαιρεθεί | να έχουν αυτοκαθαιρεθεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοκαθαιρούμαι
|
|