αυτοκαλλιέργεια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοκαλλιέργεια οι αυτοκαλλιέργειες
      γενική της αυτοκαλλιέργειας των αυτοκαλλιεργειών
    αιτιατική την αυτοκαλλιέργεια τις αυτοκαλλιέργειες
     κλητική αυτοκαλλιέργεια αυτοκαλλιέργειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοκαλλιέργεια < αυτο- + καλλιέργεια

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεγρειλλακοτυα

αυτοκαλλιέργεια θηλυκό

  1. το να καλλιεργείς ο ίδιος τα κτήματά σου
  2. (μεταφορικά) το να είναι κάποιος καλλιεργημένος και να φροντίζει γι’ αυτό
     συνώνυμα: (αυτομόρφωση)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεγρειλλακοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)