αυτοκατεύθυνση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοκατεύθυνση οι αυτοκατευθύνσεις
      γενική της αυτοκατεύθυνσης* των αυτοκατευθύνσεων
    αιτιατική την αυτοκατεύθυνση τις αυτοκατευθύνσεις
     κλητική αυτοκατεύθυνση αυτοκατευθύνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοκατευθύνσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοκατεύθυνση < αυτο- + κατεύθυνση

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησνυθυετακοτυα

αυτοκατεύθυνση θηλυκό

  1. (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) κίνηση κάποιου οχήματος χωρίς την παρέμβαση ή παρεμβολή κάποιου χειριστή
  2. η δυνατότητα για ανεξάρτητη σκέψη ή δράση

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησνυθυετακοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)